



Η κάθε μέθοδος έχει συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Ο ειδικός γιατρός αναπαραγωγής και ο εμβρυολόγος μπορούν να σας καθοδηγήσουν, να σας εξηγήσουν και να εφαρμόσουν ένα πλήρες εξατομικευμένο πλάνο για εσάς βασισμένο στις ανάγκες σας. Η ποιότητα του σπέρματος και το ιστορικό των ασθενών είναι τα κριτήρια που χρησιμοποιούνται για την επιλογή της τεχνικής γονιμοποίησης που θα χρησιμοποιηθεί στο εργαστήριο.
Η κλασική γονιμοποίηση (IVF) χρησιμοποιείται σε περιπτώσεις όπου όλες οι παράμετροι ενός δείγματος σπέρματος (αριθμός, κινητικότητα και μορφολογία) είναι εντός των φυσιολογικών τιμών. Η τεχνική αυτή περιλαμβάνει την προετοιμασία του δείγματος σπέρματος και την ανάμειξη της κατάλληλης ποσότητας του προετοιμασμένου δείγματος με τα ωάρια. Στη συνέχεια τα ωάρια και τα σπερματοζωάρια παραμένουν στο ίδιο τριβλίο στον επωαστή, σε συνθήκες παρόμοιες με αυτές που επικρατούν κατά τη φυσική σύλληψη, ώστε να επιτευχθεί η μεταξύ τους «συνεργασία» που θα οδηγήσει στη γονιμοποίηση. Η μέθοδος αυτή μειώνει τους επιπλέον χειρισμούς των ωαρίων και των σπερματοζωαρίων και επιτρέπει τη φυσική επιλογή. Το ποσοστό γονιμοποίησης είναι περίπου 65-70%. Το ποσοστό αποτυχημένης γονιμοποίησης, όταν το δείγμα σπέρματος και τα ωάρια είναι κατάλληλης ποιότητας, είναι χαμηλό (1-2%).
Η μέθοδος της μικρογονιμοποίησης χρησιμοποιείται κυρίως σε περιπτώσεις ανδρικής υπογονιμότητας, όταν ο αριθμός, η κινητικότητα και η μορφολογία του σπέρματος είναι κάτω των τιμών αναφοράς, σε περιπτώσεις με ιστορικό χαμηλής ή αποτυχημένης γονιμοποίησης με IVF, αν το δείγμα σπέρματος εμφανίζει αυξημένο οξειδωτικό στρες και αυξημένο DFI ή αν πρόκειται να γίνει προεμφυτευτικός γενετικός έλεγχος (PGT-M) στα έμβρυα που θα προκύψουν.
Η τεχνική αυτή περιλαμβάνει την επιλογή ενός σπερματοζωαρίου από τον εμβρυολόγο, με βάση τη μορφολογία και την κινητικότητά του, και την έγχυση αυτού του σπερματοζωαρίου μέσα σε ένα ωάριο. Η όλη διαδικασία γίνεται με τη βοήθεια ενός μικροσκοπίου μεγάλης μεγέθυνσης και ειδικών μικροχειριστηρίων.
Το ποσοστό γονιμοποίησης είναι περίπου 70%. Αν και σπάνιο, είναι πιθανό σε κάποιες περιπτώσεις να μην επιτευχθεί γονιμοποίηση ακόμα και μετά από μικρογονιμοποίηση. Αυτό σημαίνει ότι η είσοδος και μόνο του σπερματοζωαρίου στο ωάριο δεν αρκεί για να προκύψει γονιμοποίηση. Η «βαθύτερη» ποιότητα των ωαρίων και των σπερματοζωαρίων και η μεταξύ τους συνεργασία είναι οι πιο σημαντικοί παράγοντες.
Η υπεύθυνη του εμβρυολογικού εργαστηρίου, Θεώνη Παστρωμά, διευκρινίζει:
Αρκετά συχνά, οι ασθενείς μας ρωτούν ‘Γιατί να μην κάνουμε ICSI; Δε θα είναι καλύτερα;’, ειδικά όταν ο αριθμός των ωάριων που συλλέξαμε είναι χαμηλός.
Θα ήθελα να επισημάνω ότι η κύρια ένδειξη για το ICSI είναι η ποιότητα του δείγματος σπέρματος και το ιστορικό των ασθενών. Όταν οι τιμές στο σπερμοδιάγραμμα είναι φυσιολογικές και οι τελικές μετρήσεις του προετοιμασμένου δείγματος την ημέρα της ωοληψίας είναι ικανοποιητικές, τότε προτείνουμε να γίνεται κλασική γονιμοποίηση IVF. Ο χαμηλός αριθμός ωαρίων και μόνο δεν αποτελεί κριτήριο για να χρησιμοποιηθεί η τεχνική του ICSI.
Συγκριτικές μελέτες ανάμεσα στην κλασική γονιμοποίηση (IVF) και τη μικρογονιμοποίηση (ICSI) υποστηρίζουν ότι τα ποσοστά εγκυμοσύνης είναι παρόμοια ανεξάρτητα από τον αριθμό των ωαρίων που είναι διαθέσιμα. Έχει αποδειχθεί ότι το ICSI δεν προσφέρει κάτι επιπλέον στην επιτυχία της εξωσωματικής όταν το σπέρμα είναι φυσιολογικό. Εξαίρεση αποτελεί το ιστορικό χαμηλής ή αποτυχημένης γονιμοποίησης, το οξειδωτικό στρες και το αυξημένο DFI.
Εμείς, η ομάδα των εμβρυολόγων, σε συνεργασία με το γυναικολόγο αναπαραγωγής σας, θα συζητήσουμε μαζί σας αναλυτικά τι ταιριάζει στη δική σας θεραπεία και θα απαντήσουμε σε κάθε σας ερώτηση προκειμένου να έχετε επαρκή πληροφόρηση.




