


Μέχρι ποια ηλικία μπορεί μια γυναίκα να αναβάλλει την απόφαση να γίνει για πρώτη φορά μητέρα;
Τα πρόσφατα δεδομένα για τη γονιμότητα σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης δείχνουν ότι η μέση ηλικία που μια γυναίκα αποκτά το πρώτο της παιδί είναι τα 28,9 έτη. Στη χώρα μας, όπως επίσης στην Ιταλία και την Ισπανία, η πρώτη εγκυμοσύνη έρχεται πια μετά τα 30, όταν το 1995 το όριο αυτό ήταν κάτω από τα 27 έτη. Τα στοιχεία αυτά φανερώνουν ότι η απόφαση για ένα παιδί λαμβάνεται πλέον σε αρκετά μεγαλύτερη ηλικία τόσο για προσωπικούς όσο και για κοινωνικούς λόγους και αυτό επηρεάζει καθοριστικά τη γονιμότητα του ζευγαριού και ιδιαιτέρως της γυναίκας.
Οι περισσότερες γυναίκες σήμερα προσέχουν τη διατροφή τους και ασκούνται συστηματικά, διατηρώντας καλή φυσική κατάσταση και νεανική εμφάνιση. Επιπλέον, όλο και συχνότερα προβάλλονται ιστορίες κυρίως ζευγαριών της σόουμπιζ που δημιουργούν οικογένεια μετά τα 45 έτη, χωρίς όμως να γίνεται κάποια αναφορά στις λεπτομέρειες, όπως το είδος της θεραπείας που ακολουθήθηκε, το χρονικό διάστημα που χρειάστηκε, οι οικονομικοί πόροι που απαιτήθηκαν και πολλά άλλα. Όλα τα παραπάνω, έχουν ως αποτέλεσμα να δημιουργείται μια πλασματική εικόνα στο ευρύ κοινό αναφορικά με τα χρονικά περιθώρια που διαθέτει μια γυναίκα για να τεκνοποιήσει και λειτουργούν εσφαλμένα καθησυχαστικά στην, πολύ συχνά δικαιολογημένη, αναβολή της απόφασης για την απόκτηση ενός παιδιού.
Η συμβουλή του γυναικολόγου αναπαραγωγής προς όλες τις γυναίκες είναι να μην καθυστερούν την απόφαση της μητρότητας περισσότερο απ’ ό,τι είναι πραγματικά αναγκαίο. Πρέπει να γίνει σαφές ότι οι συνθήκες δεν θα είναι ποτέ απολύτως ιδανικές, ενώ η γονιμότητα μειώνεται σημαντικά όσο αυξάνεται η ηλικία της γυναίκας. Η πτώση της αναπαραγωγικής ικανότητας ξεκινά μετά τα 30 έτη, μειώνεται σταδιακά μεταξύ 35 και 40 και σχεδόν μηδενίζεται μέχρι τα 45 έτη. Οι θεραπείες υποβοηθούμενης αναπαραγωγής, όπως η εξωσωματική, δίνουν λύσεις με υψηλά ποσοστά επιτυχίας, ενώ μέσω της κρυοσυντήρησης οι γυναίκες έχουν πλέον τη δυνατότητα να «παγώσουν» την αναπαραγωγική τους ηλικία μέχρι οι συνθήκες για τον ερχομό ενός μωρού να είναι καταλληλότερες για εκείνες.
Οι εξειδικευμένοι γυναικολόγοι αναπαραγωγής τονίζουν την εξαιρετική σημασία του προληπτικού ελέγχου γονιμότητας και τον προτείνουν σε κάθε γυναίκα μετά τα 30 και σίγουρα πριν τα 35. Πρωτίστως, ελέγχονται οι ωοθήκες, πιο συγκεκριμένα τα αποθέματά τους σε ωάρια, η ωορρηξία, αν υπάρχουν κύστεις κ.λπ., καθώς και η μήτρα. Με τον κατάλληλο προγραμματισμό αυξάνονται σημαντικά οι πιθανότητες για μια γυναίκα στα 40-42 ή και μεγαλύτερη, να γίνει μητέρα με τα δικά της ωάρια που θα έχουν τη βιολογική ηλικία των 30 ή των 35 ετών. Συνεπώς, οι σύγχρονες επιστημονικές εξελίξεις δίνουν στις γυναίκες τη δυνατότητα να αποφασίσουν εκείνες πότε θα γίνουν μητέρες.
Το άρθρο του γυναικολόγου αναπαραγωγής κ. Ευριπίδη Μαντούδη δημοσιεύτηκε αρχικά στο περιοδικό Harper’s BAZAAR, τεύχος Ιουλίου 2018.




