Gennima Gennima

    • Follow us:

    Προβλήματα στη μητέρα

    Ορμονική διαταραχή

    Μερικές γυναίκες πιθανόν να αποβάλλουν εξαιτίας χαμηλών επιπέδων της ορμόνης προγεστερόνης. Η προγεστερόνη παράγεται μετά την ωορρηξία και είναι απαραίτητη για την εγκυμοσύνη, γιατί βοηθάει στην εμφύτευση του εμβρύου. Όταν τα επίπεδα αυτής της ορμόνης είναι χαμηλά, τότε είναι δύσκολο για το έμβρυο να εμφυτευτεί στο ενδομήτριο. Οι γυναίκες που έχουν κύκλο λίγων ημερών είναι πιο επίφοβες για τέτοιου είδους προβλήματα, ειδικά αν το διάστημα μεταξύ της ωορρηξίας και της περιόδου είναι μικρότερο από 12 μέρες.

    Η διάγνωση σε αυτές τις περιπτώσεις επιβεβαιώνεται με μια εξέταση αίματος (χαμηλά επίπεδα προγεστερόνης μια εβδομάδα μετά την ωορρηξία) και με μια βιοψία του ενδομητρίου. Σε αυτή την περίπτωση χορηγείται στη γυναίκα προγεστερόνη για τις 2 τελευταίες εβδομάδες του κύκλου.

    Ωστόσο, νεότερα δεδομένα υποδηλώνουν πως μερικές φορές τα επίπεδα προγεστερόνης είναι χαμηλά ακριβώς επειδή η ωορρηξία-κύηση δεν εξελίσσεται ομαλά, γιατί υπάρχει δηλαδή κάποιο πρόβλημα.

    Σύνδρομο Πολυκυστικών Ωοθηκών

    Κανένας δε γνωρίζει γιατί ακριβώς οι γυναίκες με Σύνδρομο Πολυκυστικών Ωοθηκών αποβάλλουν πιο συχνά. Η ισχύουσα θεωρία είναι ότι στις γυναίκες αυτές οι ωοθήκες παράγουν μεγάλες ποσότητες της ορμόνης LH (ωχρινοποιητική ορμόνη) και ανδρογόνων. Αυτές οι γυναίκες έχουν συνήθως και αντίσταση στην ινσουλίνη.

    Τα υψηλά επίπεδα LH, ανδρογόνων και ινσουλίνης πιθανόν να προκαλούν προβλήματα στα ωάρια, τα οποία, κατά τη φάση της ωορρηξίας, δεν είναι υγιή. Εάν γονιμοποιηθεί ένα τέτοιο ωάριο, είναι πιθανό ότι και το έμβρυο δε θα είναι υγιές και άρα απορρίπτεται από το σώμα της γυναίκας μετά από 6-8 εβδομάδες (αποβολή).

    Σε αυτές τις γυναίκες έχει νόημα η ρύθμιση της ορμονικής διαταραχής (LH, ανδρογόνα ινσουλίνη), έτσι ώστε κατά την γονιμοποίηση το ωάριο να είναι υγιές και να δώσει ένα υγιές έμβρυο. Αυτό μπορεί να επιτευχθεί με 3 τρόπους, ανάλογα τη βαρύτητα της κάθε περίπτωσης:

    • απώλεια βάρους και άσκηση
    • φαρμακευτική αγωγή
    • ​λαπαροσκοπική διαθερμία ωοθηκών. 
     

    Προβλήματα στη μήτρα

    Οι αποβολές που οφείλονται σε προβλήματα στη μήτρα προκαλούνται από τα κάτωθι:

    • Συγγενείς ανωμαλίες στη μήτρα με τις οποίες γεννιέται η γυναίκα, αλλά οι οποίες δεν προκαλούν κανένα πρόβλημα μέχρι να μείνει έγκυος. Οι πιο συχνές ανωμαλίες είναι: διάφραγμα (το οποίο διαιρεί την κοιλότητα της μήτρας), μονόκερως μήτρα (έχει αναπτυχθεί μόνο το ένα ήμισυ της μήτρας), δίκερως μήτρα (η μήτρα αποτελείται από δύο κοιλότητες λόγω μη σωστής ανάπτυξής της). Όταν μια μήτρα έχει τέτοιου είδους ανωμαλίες δυσκολεύεται να υποστηρίξει την εγκυμοσύνη και για αυτό το λόγο παρατηρούνται πιο συχνές αποβολές. Όμως αυτό δε σημαίνει πως κάποιες από τις γυναίκες με τέτοιες ανωμαλίες δεν καταφέρνουν να φτάσουν χωρίς προβλήματα ως το τέλος της εγκυμοσύνης. Είναι σημαντικό να τονίσουμε επίσης πως όλες οι παραπάνω ανωμαλίες της μήτρας αποτελούν και αιτίες υπογονιμότητας (μη επίτευξης εγκυμοσύνης).
    • Ινομυώματα, τα οποία είναι καλοήθεις όγκοι λείου μυϊκού ιστού στο εσωτερικό της μήτρας. Τα πιο πολλά ινομυώματα δεν δημιουργούν προβλήματα στην εγκυμοσύνη, αν όμως ένα ινομύωμα είναι πολύ κοντά στο ενδομήτριο, τότε μπορεί να εμποδίσει την εμφύτευση του εμβρύου.
    • Συμφύσεις, που αποτελούνται από ινώδη ιστό μετά από κάποιο τραυματισμό της μήτρας. Οι συμφύσεις προκαλούν προβλήματα στην εμφύτευση του εμβρύου. Πιο συχνά δημιουργούνται μετά από μια απόξεση και ανιχνεύονται με υστεροσκόπηση ή υστεροσαλπιγγογραφία. Μπορούν να αφαιρεθούν με υστεροσκοπική χειρουργική.
    • Ανεπαρκής τράχηλος (αδύναμος, χαλαρός), ο οποίος, όπως πιέζεται από το έμβρυο που μεγαλώνει, ανοίγει με κίνδυνο για το έμβρυο. Αυτό μπορεί να συμβεί είτε λόγω συγγενούς ανωμαλίας είτε γιατί ο τράχηλος είχε τραυματιστεί σε μια προηγούμενη εγκυμοσύνη ή αποβολή. Σε αυτές τις περιπτώσεις γίνεται περίδεση του τραχήλου, η οποία αφαιρείται 2 εβδομάδες πριν τον τοκετό ή κατά τον τοκετό. Η περίδεση είναι μια απλή επέμβαση και συνήθως γίνεται μετά τη 12 εβδομάδα κύησης με δεδομένο ότι το υπερηχογράφημα δείχνει πως το έμβρυο είναι υγιές. Στο «γέννημα» εξετάζουμε τον τράχηλο και μόνο αν υπάρχουν σημάδια ανεπάρκειας προχωράμε στην περίδεση. Η περίδεση του τραχήλου όσο κι αν είναι απλή σαν επέμβαση, δεν παύει να έχει πιθανές επιπλοκές, όπως η φλεγμονή ή η αιμορραγία, και δεν πρέπει να γίνεται αν δεν υπάρχει πραγματικός λόγος. Η διάγνωση αυτών των ανατομικών προβλημάτων γίνεται με υστεροσκόπηση ή υστεροσαλπιγγογραφία. Το υπερηχογράφημα δίνει ενδείξεις του προβλήματος, αλλά δεν παρέχει επιβεβαιωμένη διάγνωση.

    Διαβάστε εδώ ένα πρόσφατο σχετικό άρθρο: ‘Reproductive performance of women with mullerian anomalies’ Current Opinion in Obstetrics and Gynecology: June 2007 - Volume 19 - Issue 3 - p 229-237

    Θρομβοφιλίες

    Όταν ένας ασθενής έχει την τάση να δημιουργεί θρόμβους, τότε λέμε ότι έχει «θρομβοφιλία». Η θρομβοφιλία μπορεί να αποδειχθεί απειλητική για τη ζωή του ασθενούς αν ο θρόμβος εμποδίζει τη ροή του αίματος. Η θρομβοφιλία μπορεί να είναι κληρονομική ή μπορεί να προκληθεί από εξωτερικούς παράγοντες, όπως οι χειρουργικές επεμβάσεις, η παχυσαρκία, η εγκυμοσύνη, η χρήση αντισυλληπτικών, το αντι-φωσφολιπιδικό σύνδρομο ή μετά από μεγάλο χρονικό διάστημα σε ακινησία.

    Ο γιατρός υποπτεύεται ότι πρόκειται για θρομβοφιλία αν ο ασθενής παρουσιάζει φραγμένα αγγεία σε μικρή ηλικία ή αν υπάρχει ισχυρό σχετικό οικογενειακό ιστορικό, όπως εγκεφαλικό, πνευμονική εμβολή ή θρόμβωση. Παρόλα αυτά, κάποιοι ασθενείς με θρομβοφιλία δεν έχουν συμπτώματα. Ή, ακόμα αν έχουν συμπτώματα, δε γίνεται διάγνωση γιατί η τάση για σχηματισμό θρόμβων δεν είναι ισχυρή.

    Η κληρονομική θρομβοφιλία προέρχεται όταν ο/η ασθενής φέρει μεταλλάξεις στα γονίδια που ελέγχουν την πήξη του αίματος. Τα γονίδια αυτά είναι η αντιθρομβίνη ΙΙΙ, η πρωτεΐνη S ή η πρωτεΐνη C. Όταν υπάρχουν μεταλλάξεις σε αυτά τα γονίδια, τότε επηρεάζεται η πήξη του αίματος και υπάρχει η τάση για δημιουργία θρόμβων.

    Πρόσφατες έρευνες υποδηλώνουν πως υπάρχει πιθανή σχέση ανάμεσα στην κληρονομική θρομβοφιλία και τις πολλαπλές αποβολές. Οι γενετικοί παράγοντες που εξετάζονται σε αυτή την περίπτωση είναι μετάλλαξη του παράγοντα V Leiden και η μετάλλαξη G20210A της προθρομβίνης (πρόκειται για παράγοντες που ρυθμίζουν την πήξη του αίματος). Αυτές οι δύο μεταλλάξεις είναι οι πιο συχνές αιτίες κληρονομικής θρομβοφιλίας και ανιχνεύονται εύκολα με μια εξέταση αίματος. Και οι δύο αυτές μεταλλάξεις, όπως και άλλες, έχουν συσχετισθεί με τις πολλαπλές αποβολές.

    Σε πρόσφατες μελέτες φάνηκε πως στους ασθενείς που αντιμετωπίζουν πολλαπλές αποβολές είναι πιθανό να ανιχνεύονται αυτοί οι δείκτες της θρομβοφιλίας. Συγκεκριμένα, σε μια μελέτη βρέθηκε πως 19% των ασθενών με αποβολή (15 στους 80) έφερε τη μετάλλαξη του παράγοντα V Leiden (ενώ στις γυναίκες χωρίς αποβολή το ποσοστό είναι 4%). Στις γυναίκες που έχουν προδιάθεση για αποβολές είναι επίσης υψηλά τα ποσοστά και άλλων δεικτών θρομβοφιλίας (μετάλλαξη προθρομβίνης, αντίσταση ενεργοποιημένης πρωτεΐνης C και ανεπάρκεια αντιθρομβίνης ΙΙΙ). Τέτοιου είδους αποτελέσματα έχουν αναφερθεί από πολλούς μελετητές, αλλά σίγουρα χρειάζεται περαιτέρω διερεύνηση αυτού του επιστημονικού πεδίου.

    Οι μεταλλάξεις σε άλλα γονίδια που ελέγχουν την πήξη του αίματος σχετίζονται με τις πολλαπλές αποβολές: παράγοντας V Leiden, παράγοντας II προθρομβίνης, ινωδογόνο, παράγοντας XIII. Μάλιστα φαίνεται πως όσες περισσότερες μεταλλάξεις έχει μια ασθενής, τόσο μεγαλύτερη η πιθανότητα αποβολής σε αρχικό στάδιο της εγκυμοσύνης. Σε μια μελέτη, περίπου 8% των γυναικών με ιστορικό πολλαπλών αποβολών είχαν συνδυασμό παραγόντων θρομβοφιλίας, ενώ στις γυναίκες χωρίς ιστορικό αποβολών το ποσοστό αυτό ήταν 1%.

    Εκτός από τις εξετάσεις για τα αντι-φωσφολιπιδικά αντισώματα, τον ερυθηματώδη λύκο και τα αντισώματα αντικαρδιολιπίνης, οι ασθενείς με πολλαπλές αποβολές θα πρέπει να κάνουν τις ακόλουθες εξετάσεις για τους δείκτες της θρομβοφιλίας:

    • Αντι φωσφοτιδυλ-σερίνη
    • PAI-1
    • Αντιθρομβίνη ΙII
    • Προθρομβίνη II
    • Δραστικότητα πρωτεΐνης C
    • Δραστικότητα πρωτεΐνης S
    • Παράγοντας V Leiden
    • Ομοκυστεΐνη
    • MTHFR
    • ​GPIα
     

    Αν τα αποτελέσματα καθεμιάς από αυτές τις εξετάσεις δεν είναι φυσιολογικά, αυτό μπορεί να σημαίνει ότι υπάρχει αυξημένος κίνδυνος για το σχηματισμό θρόμβων στην κυκλοφορία στον πλακούντα και πιθανά πνευμονική εμβολή του εμβρύου. Τα θεραπευτικά σχήματα που προτείνονται για τη θρομβοφιλία συνήθως περιλαμβάνουν ηπαρίνη ή ηπαρίνη χαμηλού μοριακού βάρους και ασπιρίνη. Έτσι θεωρητικά βελτιώνεται η κυκλοφορία του αίματος και παρατηρείται καλύτερη ποιότητα ωαρίων και καλύτερη έκβαση της εγκυμοσύνης. Όλες οι ασθενείς που λαμβάνουν τέτοια αγωγή πρέπει να είναι υπό συνεχή παρακολούθηση σχετικά με την πήξη του αίματος.

    Συνοψίζοντας, αφού έχει αποδειχθεί ότι οι κληρονομικές θρομβοφιλίες παίζουν σημαντικό ρόλο στις πολλαπλές αποβολές, οι ασθενείς που αντιμετωπίζουν αυτό το πρόβλημα θα πρέπει να εξετασθούν για διαταραχές της πήξης του αίματος, ακόμα και αν δεν έχουν κλινικά συμπτώματα. Εάν εντοπισθεί θρομβοφιλία, τότε ξεκινά η κατάλληλη αγωγή και η παρακολούθηση της ασθενούς.

    Σημαντικές κλινικές παρατηρήσεις:

    • Ορισμένες από τις παραπάνω θρομβοφιλίες είναι πολύ συχνές.
    • Οι θεραπείες που έχουν προταθεί και χρησιμοποιούνται σήμερα δεν έχει αποδειχτεί ότι βοηθάνε όλες τις ασθενείς να έχουν μια φυσιολογική εγκυμοσύνη – η αποτελεσματικότητά τους περιορίζεται σε μερικές μόνο περιπτώσεις, όχι σε όλες.
    • Σε πρόσφατη κλινική μελέτη για χορήγηση διαφορετικών θεραπειών (ασπιρίνη ή ασπιρίνη και ηπαρίνη) σε γυναίκες με ανεξήγητες πολλαπλές αποβολές βρέθηκε ότι η χορήγηση αυτών των θεραπειών δεν προσφέρει καμία βοήθεια.
       

    Διαβάστε εδώ: ‘Aspirin plus Heparin or Aspirin Alone in Women with Recurrent Miscarriage’ New England Journal of Medicine 2010 362:1586

    • Για το λόγο αυτό, στο «γέννημα» αξιολογούμε τα σοβαρά προβλήματα θρομβοφιλίας που πραγματικά χρειάζονται περαιτέρω διερεύνηση.
    • Ο έλεγχος για τις θρομβοφιλίες επιβάλλεται μετά από 1-2 αποβολές μετά την ανίχνευση της καρδιακής λειτουργίας του εμβρύου.
     

    Θρομβοφιλία: μύθοι και αλήθειες

    Τι πρέπει να γνωρίζουμε για τη θρομβοφιλία και πώς μπορούμε να την ελέγξουμε για μια φυσιολογική εγκυμοσύνη

    Θρομβοφιλία

    Συνήθως ένα ζευγάρι ακούει για πρώτη φορά τη λέξη «θρομβοφιλία» ύστερα από μια αποβολή ή όταν γίνεται προσπάθεια για μωράκι για αρκετό διάστημα χωρίς αποτέλεσμα. Θρομβοφιλία είναι η τάση του οργανισμού να δημιουργεί θρόμβους λόγω ορισμένων μεταλλάξεων στα γονίδια που ελέγχουν την πήξη του αίματος. Η κατάσταση αυτή έχει συσχετιστεί με αποβολές σε εγκύους, αν και υπάρχουν και άλλα αίτια που μπορεί να προκαλέσουν μία αποβολή, όπως οι ανατομικές ανωμαλίες της μήτρας, τα χρωμοσωμικά προβλήματα στο έμβρυο κ.λπ. Όταν η κυκλοφορία του αίματος δεν είναι ομαλή στη μητέρα και στο έμβρυο, δηλαδή εμποδίζεται από μικρές θρομβώσεις των αγγείων του πλακούντα, τότε αυτό μπορεί να οδηγήσει σε αποβολή. Παρόμοιες μικρές θρομβώσεις ενδέχεται να επηρεάσουν αρνητικά την εμφύτευση μιας πρώιμης εγκυμοσύνης, οδηγώντας σε αποτυχημένες θεραπείες υποβοηθούμενης αναπαραγωγής, όπως η εξωσωματική γονιμοποίηση. Κάποιες από τις μεταλλάξεις στα γονίδια που ελέγχουν την πήξη του αίματος είναι πολύ συχνές στον γενικό πληθυσμό, χωρίς όμως να προκαλούν προβλήματα. Αν μια γυναίκα εξεταστεί και έχει μια μη φυσιολογική τιμή, αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα ότι διατρέχει κίνδυνο να αποβάλει. Αν όμως μια γυναίκα φέρει 2-3 ή και περισσότερες μεταλλάξεις στα συγκεκριμένα γονίδια, τότε αυτό πρέπει να ληφθεί σοβαρά υπόψη από τον γυναικολόγο της και να της χορηγηθεί η κατάλληλη αγωγή. Επίσης, κάποιες από αυτές τις μεταλλάξεις θεωρούνται πιο σοβαρές από κάποιες άλλες (π.χ. ο παράγοντας V-Leiden και προθρομβίνη).

    Ομάδες υψηλού κινδύνου

    Ο έλεγχος θρομβοφιλίας προτείνεται κυρίως για:

    • ​Γυναίκες άνω των 35 ετών με 2 αποβολές ή 2 αποτυχημένες προσπάθειες εξωσωματικής γονιμοποίησης.
    • Γυναίκες κάτω των 35 ετών με 3 αποβολές ή 3 αποτυχημένες προσπάθειες εξωσωματικής γονιμοποίησης.
    • Ανεξήγητη υπογονιμότητα για 3 χρόνια.
    • Άλλα προβλήματα του ανοσοποιητικού (ρευματοειδής αρθρίτιδα, ερυθηματώδης λύκος κ.λπ.).
    • Γυναίκες με προηγούμενη φυσιολογική εγκυμοσύνη και αποβολές κατά την προσπάθεια για δεύτερο παιδί.
     

    Καθώς υπάρχουν πολλές εξετάσεις για τον έλεγχο της θρομβοφιλίας, ο γυναικολόγος αναπαραγωγής είναι αυτός που θα επιλέξει για κάθε ζευγάρι ξεχωριστά, αν και ποιες εξετάσεις πρέπει να γίνουν.

    Η λύση

    Αν λοιπόν μία γυναίκα εμφανίζει όντως θρομβοφιλία, ο γυναικολόγος αναπαραγωγής καλείται να αξιολογήσει τα αποτελέσματα των εξετάσεων και να τα συνεκτιμήσει με το ιατρικό ιστορικό και την κλινική εικόνα της γυναίκας και του ζευγαριού συνολικά. Η θρομβοφιλία αντιμετωπίζεται βελτιώνοντας την κυκλοφορία του αίματος με τη χορήγηση της κατάλληλης αντιπηκτικής αγωγής.

    Η γνώμη του ειδικού

    • ​Η θρομβοφιλία συσχετίζεται με αποβολές, αλλά αυτό δεν έχει αποδειχθεί πλήρως. Η κοινή πρακτική είναι ότι μόνο αν μια γυναίκα έχει σοβαρή θρομβοφιλία της χορηγούμε την κατάλληλη αντιπηκτική αγωγή.
    • Το ποσοστό των γυναικών με σοβαρή θρομβοφιλία είναι μικρό (2-3%). Αυτές οι γυναίκες έχουν αυξημένη πιθανότητα για αποβολές 2ου και 3ου τριμήνου ή τα μωρά τους να γεννηθούν με χαμηλό σωματικό βάρος, ενώ και οι ίδιες διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο για θρόμβωση ή εμβολή.
    • Τώρα που το κόστος για τον έλεγχο της θρομβοφιλίας δεν είναι απαγορευτικό, είναι πιο εύκολο για περισσότερες γυναίκες να κάνουν τις εξετάσεις αυτές.
    • Η αντιμετώπιση της θρομβοφιλίας δεν αντιμετωπίζει την υπογονιμότητα, αλλά είναι ένας παράγοντας που πρέπει να εξετάζουμε σε συνδυασμό και με τα υπόλοιπα δεδομένα του κάθε ζευγαριού.​
     

    Αρχικά το κείμενο αυτό δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Madame Figaro, τεύχος Δεκεμβρίου 2013.
    Μπορείτε να διαβάστε το άρθρο στο blog μας: http://blog.gennima.com/2013/11/madame-figaro-2013.html
    ​ή στο Pinterest: https://www.pinterest.com/pin/556476097678359909/ 





    Ασθένειες

    Οι ασθένειες της μητέρας που μπορεί να προκαλέσουν επαναλαμβανόμενες αποβολές είναι οι εξής:

    • Θυρεοειδίτιδες, ιδιαίτερα ο υποθυρεοειδισμός, όταν δεν ελέγχεται με φαρμακευτική αγωγή
    • Σοβαρή ασθένεια της καρδιάς, του ήπατος ή των νεφρών, 
    • Ερυθηματώδης λύκος, μια ασθένεια (αυτοάνοσο νόσημα) κατά το οποίο ο οργανισμός παράγει αντισώματα κατά των ίδιων του των ιστών,
    • Σακχαρώδης διαβήτης, αδιάγνωστος ή αρρύθμιστος,
    • Ενδομητρίωση.
     

    Όσον αφορά τις λοιμώξεις του ουροποιητικού συστήματος (π.χ. μυκόπλασμα), δεν υπάρχει απόδειξη ότι προκαλούν αποβολή.

    Τρόπος ζωής

    Αν οι γυναίκες εκτίθενται συστηματικά σε τοξικά αέρια ή χημικές ουσίες (όπως οργανικοί διαλύτες, εντομοκτόνα, λιπάσματα, βαρέα μέταλλα π.χ. λόγω επαγγέλματος), αυτό μπορεί να βλάψει το έμβρυο και να προκαλέσει αποβολή, γιατί το έμβρυο είναι ιδιαίτερα ευαίσθητο.
    Οι γυναίκες που καπνίζουν και που κάνουν κατάχρηση αλκοόλ ή ναρκωτικών ουσιών επίσης έχουν υψηλή πιθανότητα για αποβολές.


    Gennima | Gynaecology & Reproduction Center

    346 Kifisias Avenue, 15233 Chalandri - Athens, Hellas
    +30 210 68 16 100
    +30 210 68 30 321 (fax)
    info[at]gennima[.]eu

    ISO9001